Εξάλου όπως λέει και ο λαός: μαθημένα τα βουνά , αλλά στην προκειμένη περίπτωση όχι από χιόνια αλλά από φωτιές. Ας θυμηθούμε για μην ξεχνάμε:
To καλοκαίρι σιγά σιγά μας αφήνει.. Όσοι πήγατε διακοπές έχει καλώς. Όσοι θα πάτε ακόμη καλύτερα. Οι υπόλοιποι "α...this???...next year..."!!!! To καλοκαιράκι πάντως εκτός από τα όμορφα νησιά και τις παραλίες έχει ταυτιστεί και με το θερινό σινεμά. Ξέρετε, συνήθως ανάλαφρ4ες ταινίες (αν και μπορείς να δεις και διαμαντάκια από όλα τα μήκη και πλάτη της υδρογείου αν το ψάξεις), καμιά μπυρίτσα, καλή παρέα κλπ... Τα κινούμενα σχέδια είναι σίγουρα η μεγάλη αδυναμία όλων των παιδιών του κόσμου , αναξαρτήτου ηλικίας. Τι θα λέγατε λοιπόν να δούμε ένα μικρό αριστούργημα κινουμένων σχεδίων 12 λεπών ?? Τώρα αν σας πούμε ότι είναι και Ιαπωνικής προελέυσεως θα σας έρθει στο μυαλό εκείνη η διαφήμιση με τον "πειραματικό Ιαπωνικό κινηματογράφο"??? χαχαχα. Όχι μην αγχώνστε.. Είπαμε...Κινούμενα σχέδια θα δούμε.. Και μάλιστα μικρού μήκους και βραβευμένο με εκείνο το κακάσχημο "χρυσό" αφαλματίδιο, ναι για το Oscar λέμε. Τώρα μεταξύ μας δεν γνωρίζουμε αν αυτό το τελευταίο είναι και καλό....Έχουμε λοιπόν για σήμερα....La Maison en Petites Cubes from dorsumi on Vimeo.
Το επόμενο βιβλίο που θα διαβάστει εδώ στο γιουσουρούμ είναι το "ΜΟΥΣΑΦΕΡΑΤ - χίλιες και μία νύχτες ενός καταυλισμού προσφύγων" του (σχεδόν) άγνωστου στο πλατύ κοινό του πατρινού συγγραφέα Βασίλη Λαδά (εκδόσεις Futura). Τώρα το πως και το γιατί θα το καταλάβετε αν διαβάσετε και εσείς τις περιγραφές και τις συζητήσεις που προκάλεσε το συγκεκριμένο βιβλίο. Εμείς προς το παρόν αντιγράφουμε από το οπισθόφυυλο του βιβλίου:
Δεν μπορείτε να φανταστείτε την έκλπηξή και την χαρά μας όταν στο γιουσουρούμ (πριν από μερικά χρόνια) έφτασε ένας δίσκος (βινιλίου τα έχουμε πει αυτά) με τίτλο "Le petit Prince - Grand Prix De Disque 1954". H ποιότητα του όχι και η καλύτερη όπως και τα Γαλλικά μας (ένα μικρό δράμα)!! ΄΄Ομως παρόλα αυτά ο δίσκος αυτός είναι από τους αγαπημένους μας και τον ακ0ύμε πυκνά συχνά (και ας μην καταλαβαίνουμε και πολλά). Στην ουσία πρόκειται για ένα audiobook (όπως τα λέμε τώρα) της εποχής. Πως υπήρχανε πρν από (όχι και τόσα) χρόνια οι κασσετούλες με τα παραμύθάκια για τα παιδιά. Ένα τέτοιο πράγμα.
Το ρεμπέτικο ας πούμε είναι μια επίσης μεγάλη αδυναμία μας, 'οπως και πολλών άλλων Ελλήνων. Η μουσική αυτή που πέρασε στην κυριολεξία από 40 κύμματα μέχρι να γίνει αποδεκτή και πριν "καταντήσει" της μοδός. Και τι καλύτερη ερμηνία για την θέση του ρεμπέτικου από την διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι (για το ρεμπέτικο) που δόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1949, στο Θέατρο Τέχνης. Μια διάλεξη που ήταν "χαμένη" για πολλά χρόνια μέχρι που βρέθηκε από τον Θάνο Φωσκαρίνη στο αρχείο του Φοίβου Ανωγειανάκη και της Έλλης Νικολαίδου. Ο λόγος λοιπόν στον Μάνο Χατζιδάκι και τον καταπληκτικό του λόγο και γνώση επί του θέματος. Ύστερα για μας θά ΄ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στο διάβολο - που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ΄δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ΄ άμεση επαφή με το μελωδικό της στοιχείο. Αυτά όμως όλα κουράζουν σαν δεν τα δεις έξω απ΄ την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν. Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση).
Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν΄αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχoμε νομίζω σήμερα τίποτ΄ άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο.Μα πριν μπούμε σ΄ ένα αναλυτικότερο κοίταγμα του είδους αυτών των τραγουδιών, ας επιστρέψουμε για χατίρι μου σε μια κοντινή μα περασμένη πια εποχή και να δούμε μαζί εξελικτικά όλη την ποιητική ατμόσφαιρα, που συνθέτουν και δημιουργούν τα ρεμπέτικα, μέσα στην αυστηρή και δικιά τους περιοχή.
Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι.
ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΞΗΣ ΕΔΩ ΣΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ SITE TOY MANOY XATZIDAKI.....
Για την εικόνα που θα θελα να μεταδώσω, θα βοηθούσε αν έχετε δει την ταινία του Κώστα Γαβρά, ο Παράδεισος στη δύση, γιατί όσο το σκέφτομαι τόσο πιο πολλές αναλογίες βρίσκω. (Η ταινία σε κάποιους από μας άρεσε, στον Ορέστη όχι, αλλά αυτό δεν έχει σχέση.) Όπως και ο μετανάστης ήρωας της ταινίας λοιπόν, έτσι και οι αγγλόφωνες ελληνικές μπάντες, από το μηδέν, χωρίς πατρίδα, αποκλεισμένοι από τα περισσότερα τηλεοπτικά μέσα ως κάτι που δεν πολυενδιαφέρει, προσπαθούν να φτάσουν σε ένα Παρίσι, με μόνη βοήθεια όσους, έστω για λίγο αποφασίζουν να κάνουν την καλή πράξη της ημέρας και να τους βοηθήσουν.
Πιστεύω ότι κάθε καλλιτέχνης πρέπει να διακατέχεται από ένα αρρωστημένο άγχος να δίνει κάτι νέο σε αυτόν που θα τον ακούσει. Να μην αφήνει τον ακροατή να χασμουρηθεί ούτε στιγμή. Και αν γίνει αυτό να αναλάβει την ευθύνη και όχι να πει ότι "ο θεατής έφταιγε που ήταν κουρασμένος". Πρέπει να "αγαπάει την ευθύνη" και να προσπαθήσει να βρει τρόπους να βελτιώνεται συνέχεια. Χωρίς να σκέφτεται τις δυσκολίες. Οι δυσκολίες είναι τα εργαλεία για τη δημιουργία γιατί αν είχαμε ας πούμε όποιο όργανο επιθυμούσαμε δεν θα ξέραμε τι να πρωτοχρησιμοποιήσουμε και θα χανόμασταν στον πειραματισμό.
Υ.Γ. Οκ με την ευθύνη, αλλά θα σκάσω αν δεν πω κάτι και για τους περισσότερους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς μουσικούς παραγωγούς που αντί να είναι όλη μέρα στο myspace, όπως όφειλαν, ή δεν ασχολούνται ή έχουν φραγή στις request από μπάντες. Απορώ γιατί δεν κάνουν κάτι άλλο. Πήγαμε στα Γιάννενα τελευταία και πάθαμε πλάκα με το πόση δύναμη μπορεί να σου δώσει ένα ζωντανό ραδιόφωνο. (βλ. Studioe). (σημ. Απλά, για να μην είμαστε άδικοι να πούμε οτι το αβοήθητο που περιγράψαμε ίσχυε για λίγο παλαιότερα όταν και γράφτηκε το παρόν κείμενο. Πλέον στο δρόμο μας έχουν βρεθεί άνθρωποι (και blog!) με πραγματική διάθεση για βοήθεια.)