Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

VELVET magazine (2005 - 2010)


Το πολιτιστικό περιοδικό VELVET magazine ξεκίνησε να κυκλοφορεί σε μηνιαία βάση τον Απρίλιο του 2005, με πρωτοβουλία των εικαστικών/μουσικών Άρη και Λάκη Ιωνά, οι οποίοι, ως εκδότες του, έχουν τη συνολική επιμέλεια της ύλης. Με θέματα για τη μουσική, τη μόδα, τον κινηματογράφο, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το βιβλίο, τα σπορ, τα νέα μέσα, τα κόμικς, αλλά και με αναφορές σε σχετικές δραστηριότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το VELVΕT magazine κατάφερε να καθιερωθεί ως ένα από το αντιπροσωπευτικότερα free press νεανικά περιοδικά. Σταθερός στόχος του VELVET magazine έχει υπάρξει η καταγραφή, ανάδειξη και προβολή νέων ανεξάρτητων καλλιτεχνών από ολόκληρο το φάσμα των τεχνών και της νεανικής κουλτούρας.

Τη δημιουργική και συντακτική ομάδα του VELVET magazine έχουν αποτελέσει συνεργάτες με βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε αντίστοιχους χώρους. Βασικό χαρακτηριστικό του VELVET magazine από το ξεκίνημά του ήταν η φρέσκια του ματιά σε επίπεδο θεματολογίας και σχεδιασμού. Στα 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, η εκδοτική, συντακτική και γραφιστική ομάδα του VELVET magazine κατάφερε να εξασφαλίσει μια μεγάλη και σταθερή ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό. Η τελευταία έως σήμερα έντυπη έκδοσή του ήταν τον Απρίλιο του 2010, όταν και το VELVET magazine συμπλήρωσε 50 τεύχη.


Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Απρίλιος στο Στάιν: ένα μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Στράιμπελ για ένα κομμάτι της ιστορίας μιας μικρής Αυστριακής πόλης με έντονο Ελληνικό ενδιαφέρον

Βορειοδυτικά της Βιέννης καταμεσής της πανέμορφης κοιλάδας του Wachau πάνω στον Δούναβη, βρίσκεται η μικρή πόλη Krems κομμάτι της οποίας αποτελεί η περιοχή του Στάιν. Σε αυτή την μακρινή και σχετικά άγνωστη στους περισσότερους Έλληνες περιοχή, κρύβεται μια από τις πολλές άγνωστες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας που αναφέρονται στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εγκλήματα των Ναζί. Mία ιστορία που μας δείχνει πως η μικρή αυτή πόλη ξέρει να τιμά έναν Έλληνα, τον κο. Γεράσιμο Γαρνέλη, ο οποίος φυλακίστηκε στις φυλακές της πόλης, λόγω της συμμετοχής του στην αντίσταση κατά του ναζισμού στην κατεχόμενη Ελλάδα, δίνοντας το όνομά του σε έναν δρόμο της περιοχής (Gerasimos-Garnelis-Weg).

Σελίδες που έγινες γνωστές στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό όταν τον Απρίλιο του 2018 (73 χρόνια μετά την ιστορία που διηγούνται οι σελίδες αυτές) οι εκδόσεις Αλφειός εξέδωσαν στην γλώσσα μας το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Στράιμπελ με τίτλο Απρίλιος στο Στάιν.

Όμως ας αφήσουμε το ίδιο το βιβλίο να μας πει στην ιστορία του.... (από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

"...Μια πόλη κοιτάζει επιτέλους κατάματα την ιστορία της. Κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος βίας η φυλακή στο Κρεμς-Στάιν ήταν η μεγαλύτερη στην Όστμαρκ, την «Επαρχία της Αυστρίας». Τα τσιράκια του ναζιστικού καθεστώτος φυλάκιζαν, βασάνιζαν και υπέβαλλαν σε καταναγκαστική εργασία τους αντιστασιακούς αγωνιστές που κατέληγαν εκεί από όλη την Ευρώπη. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι ανάμεσα σε όσους είχαν φυλακιστεί στο Στάιν ήταν και σχεδόν 400 Έλληνες, κυρίως πολιτικοί κρατούμενοι. Λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, όμως, μια αναπάντεχη εντολή περιπλέκει τα πράγματα: Όλοι οι κρατούμενοι πρέπει να αποφυλακιστούν. Έτσι, στις 6 Απριλίου 1945 οι πύλες της φυλακής ανοίγουν. Ωστόσο, τα Ες Ες, τα Τάγματα Εφόδου και η Βέρμαχτ, με τη βοήθεια και του τοπικού πληθυσμού, κυνηγούν και δολοφονούν εκατοντάδες πολιτικούς
κρατουμένους, επιδιδόμενοι σε μια σφαγή άνευ προηγουμένου. Ο ιστορικός Ρόμπερτ Στράιμπελ συνέλεξε με πλήθος προσωπικών συνεντεύξεων τις αναμνήσεις των ανθρώπων που επέζησαν και τις συνέδεσε μεταξύ τους δημιουργώντας ένα πολυφωνικό, συγκλονιστικό μυθιστόρημα, το οποίο αναβιώνει για πρώτη φορά ένα ξεχασμένο κομμάτι της σύγχρονης αυστριακής ιστορίας, θίγοντας ταυτόχρονα με ξεχωριστό τρόπο και ορισμένες πτυχές της ελληνικής ιστορικής πραγματικότητας..."

Λεπτομέρειες βιβλίου
Ξενόγλωσσος τίτλος APRIL IN STEIN 
Εκδότης ΑΛΦΕΙΟΣ 
Χρονολογία Έκδοσης Απρίλιος 2018 
Αριθμός σελίδων 368 
Μετάφραση ΧΑΛΑΡΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ 
Επιμέλεια ΜΑΖΑΡΑΚΗ ΛΕΝΙΑ 
Συγγραφέας/Δημιουργός (Ελληνικά) ΣΤΡΑΙΜΠΕΛ ΡΟΜΠΕΡΤ



Θα πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η πρώτη (?) φορά που οι φυλακές στο Στάιν και η ιστορία των Ελλήνων εμφανίστηκαν σε Ελληνικό βιβλίο ήταν το 1987 με την καταγραφή της προσωπικής ιστορίας "Νίκου Μαυράκη, φυλακές Stein" από τον Αντώνη Σανουδάκη και τις εκδόσεις Κνωσσός. 

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Αβάνα Ένα ταξίδι στην Κούβα - ένα ιδιαίτερο κομικ του Ράινχαρτ Κλάιστ

Ο Ράινχαρτ Κλάιστ μαζεύει τις εντυπώσεις του και τα όσα έζησε στο ταξίδι του στην Κούβα, σε αυθόρμητα σκίτσα, κεφάτες εικόνες και ζωντανά κόμικ. Φτιάχνει έτσι ένα μοναδικό και πολύ προσωπικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο.



"Γιατί ειδικά στην Κούβα;" "Επειδή είναι μια χώρα ξεχωριστή, απαντούσα στους φίλους μου, που είτε με κατηγορούσαν πως είμαι ρομαντικός επαναστάτης, ή αθεράπευτα άρρωστος με το κουβανέζικο κιτς. "Επειδή αποσύρθηκε ο Φιντέλ Κάστρο, και ξεκινάει μια αλλαγή σε ένα από τα τελευταία προπύργια του σοσιαλισμού, την αιχμή του δόρατος στα πλευρά της Βόρειας Αμερικής". Εξάλλου και μόνο το όνομα ηχούσε στ΄αυτιά μου γεμάτο υποσχέσεις. Για περιπέτεια. Για μακρινό ταξίδι. Για τζόγο. Για παρακμή. Αλλά αυτό το κρατούσα για τον εαυτό μου. 

Ήθελα οπωσδήποτε ν αποκτήσω μια δική μου εικόνα για τη χώρα αυτή και τους ανθρώπους της. Είναι η κατάσταση πραγματικά τόσο άσχημη, όπως κάθε τόσο διαβάζουμε; Ή είναι η Κούβα τόσο γοητευτική, όσο μου την περιγράφουν οι φίλοι, που επιστρέφουν ενθουσιασμένοι από το ταξίδι; Και πως είναι πραγματικά η κατάσταση εκεί μετά την αποχώρηση του Κάστρο; 

Ένας άλλος λόγος που ήθελα να πάω σ αυτό το νησί ήταν για να προετοιμάσω ένα καινούργιο βιβλίο με μια βιογραφία. Να αναζητήσω τα σημεία της επανάστασης, και να αντιληφθώ τον χώρο, που βρίσκεται μέσα στις φωτογραφικά αποτυπωμένες εικόνες των ημερών αυτών.

Για κάμποσους μήνες προετοιμάστηκα σιγά, σιγά, έκανα μαθήματα ισπανικών, διαβασα στοίβες βιβλία σχετικά με την ιστορία της Κούβας, έπιασα επαφή με την πολύ φιλική πρεσβεία της Κούβας στο Βερολίνο, κουβέντιασα με εξόριστους Κουβανούς, μάζεψα διευθύνσεις και τέλος γνώρισα ανθρώπους, που οι φίλοι τους με κάλεσαν στην Αβάνα. 

Ξεκίνησα τον Μάρτιο του 2008: Μ ένα κεφάλι γεμάτο σχέδια και ερωτήσεις ανέβηκα στο αεροπλάνο. Είχα μπροστά μου τέσσερις βδομάδες στην Κούβα. "

Αβάνα Ένα ταξίδι στην Κούβα 
Ράινχαρτ Κλάιστ 
μετάφραση: Αντώνης Μπίκος 
Γνώση, 2009 110 σελ. 
ISBN 978-960-235-779-8

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Το ΣΙνε Γιουσουρούμ παρουσιάζει: The Art of Amalia

Στις 6 Οκτωβρίου του 1999, σταμάτησε να χτυπά η καρδιά του fado. Σαν σήμερα σταμάτησε να ακούγεται η φωνή της Βασίλισας του fado Αμαλία Ροντρίγκεζ. Η τραγουδίστρια που ταξίδευσε, με την υπέροχα νοσταλγική και μελαγχολική φωνή της, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη την μαγεία του fado. 

Fado στα  Πορτογαλικά σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο. Η ιστορία του μουσικού αυτού είδους αρχίζει τη δεκαετία του 1820 στην Πορτογαλία ενώ οι ρίζες του χάνονται στον χρόνο. Μουσική γεμάτη μελαγχολία και νοσταλγία ντυμένη με στίχους που συχνά μιλούν για τη θάλασσα ή για τη ζωή των φτωχών. Μουσική και στίχοι γεννημένοι (ή τουλάχιστον επηρεασμένοι) από το ανακάτεμα της μουσικής των σκλάβων της Αφρικής, της Πορτογαλικής παράδοσης και των Αραβικών επιρροών.  

Η εννοιολογική και παράλληλα συναισθηματική μήτρα της μουσικής fado (που σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο) είναι αναμφίβολα η Πορτογαλική λέξη saudade. Mια από εκείνες τις λέξεις (σε αρκετές γλώσσες του κόσμου) που δύσκολα μεταφράζονται σε άλλη (πλην της μητρικής) γλώσσες. Το saudade αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερο μείγμα συναισθημάτων προσμονή, νοσταλγία, λύπη, πόνος, ευτυχίας και αγάπη. 

Αυτή τη μουσική επέλεξε να υπηρετήσει από πολύ νωρίς η Αμαλία Ροντρίγκεζ. Από το 1939 και για τις επόμενες έξι δεκαετίες έπαιξε σε δεκάδες ταινίες, ηχογράφησες; δεκάδες δίσκους και εμφανίστηκε σε μεγαλύτερα θέατρα της υφηλίου. Η παράδοσή της πλέον συνεχιζεται από καλυτέχνες όπως οι Madradeus, η Mariza, η Cristina Branko κ.α

To ντοκιμαντέρ του Bruno de Almeida The Art of Amalia αφηγείται και παρακολουθεί την προσωπική αλλά κυρίως την μουσική ζωή της μεγάλης Πορτογαλίδας τραγουδίστριας βασιζόμενη στην 5ώρη τηλεοπτική σειρά και αποτελεί την τέταρτη κατά σειρά κινηματογραφική απόπειρα του σκηνοθέτη να εξυμνήσει την μεγάλη τραγουδίστρια. 

Στην ταινία εκτός από αποσπάσματα ζωντανών εμφανίσεων (μεταξύ των οποίων και μια σπάνια εμφάνιση στη Αμερικάνικη τηλεόραση το 1953), παρουσιάζεται και η τελευταία συνέντευξη της Amalia η οποία πέθανε μια εβδομάδα πριν την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ.

Ημερομηνία κυκλοφορίας: 8 Δεκεμβρίου 2000 (ΗΠΑ) 
Σκηνοθέτης: Bruno de Almeida 
Παραγωγός: Manuel Falcão 
Σενάριο: Bruno de Almeida, Artur Ribeiro, Φρανκ Κοέλο, Vítor Pavão dos Santos

Δείτε ολόκληρο το ντοκιμαντέρ και αφήστε την Αmalia να περιγράψει αυτό το περίεργο και πολύπλοκο συναίσθημα.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Τα Χρονικά της Ελληνικής Ποπ και Ροκ: COSMIC TEDS

Oi COSMIC TEDS δημιουργήθηκαν στην Αθήνα το 1990 και μέλη τους υπήρξαν: Βαγγέλης 'Shakes' Οικονομίδης (φωνή και κιθάρα), 'Αδωνις 'Gene Trash' Γουλιέλμος (κιθάρα), Γιάννης 'Johhny Ted' Γελαδάρης (μπάσο) και Δημήτρης 'Jimmy Bopper' Τάτσης (τύμπανα). Η πρώτη τους κυκλοφορία ήταν το 12'' με τίτλο Heartbeatin' Crisis to 1992 από την Music Box International ‎(M.B.I. 40476) σε δική του παραγωγή και που περιείχε 6 κομμάτια. Η μουσική τους ανήκει στο φάσμα της punk και του garage rock. 
Η δεύτερη και τελευταία τους δουλειά κυκλοφόρησε το 1993 και ήταν το 7΄΄ με τίτλο I'll Be Down There / Truth Is Out Label από την Studio II Records ‎(ST II 06).  Οι COSMIC TEDS έδωσαν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις και το 1995 διαλύονται λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων των μελών τους. 

Μέχρι στιγμής δεν έχει ακουστεί ποτέ κάτι για πιθανή επανένωσή του ή για την έκδοση κάποιου ακυκλοφόρητου υλικού τους. Κομμάτια τους έχουν φιλοξενηθεί σε αρκετές συλλογές όπως  το Screaming A Love Song στην Various - Toxic Babies In A Rock'n'Roll Land (1994, Sub Studio Records SSR 001), το I'll Be Down There στην συλλογή Various - Local Heroes '95 ‎του ποπ και ροκ (1995) και το Tell You No Lies στην The Thing From Another World: Supernerdmobile! ‎(1997,THR 006) του The Thing. 


HINTS AND TIPS
Μετά τη διάλυσή των COSMIC TEDS, ο Βαγγέλης Οικονομίδης θα περάσει από τους Hotshits και τους Teenheat, ο 'Γουλιέλμος από τους Rockin' Bones και τους Dr. Atomic ενώ ο και ο Γιάννης Γελαδάρης από τους Invisible Surfers και τους Mighty Shakers. Με το συγκρότημα έχει συνεργαστεί και ο Θάνος Αμοργινός (Last Drive).



Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Η νουβέλα του Γιώργου Τσαντίκου : Άλλη μια σοβιετική στάση λεωφορείου

Από τις εκδόσεις "Χαραμάδα" έρχεται μια ξεκαρδιστική νουβέλα που εκτυλίσσεται στα Γιάννενα σε με μια νέο-νουάρ ατμόσφαιρα. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις το σκηνικό και την ιστορία που στήνει ο Τσαντίκος,  (Μας) μιλάει για τον ιδεολογικό χάρτη της Ελλάδας όπως και χτίστηκε από την μεταπολίτευση έως τώρα και όλοι μας (λίγο ή πολύ) σιχτηρίζουμε αλλά δεν κάνουμε και πολλά να αλλάξει. Ευρωπαϊκά προγράμματα, πρόσφυγες άνευ διαβατηρίων, αστυνομικοί εκτός ελέγχου και νόμου κλπ. Η "Άλλη μια σοβιετική στάση λεωφορείου" διαβάζεται μονορούφι και εάν συνοδεύεται από καλή μουσική τόσο το καλύτερο.

"..Όταν περιμένεις κάτι συνήθως δεν έρχεται. Αλλά γενικώς δεν ξέρεις από πού θα σου 'ρθει. Κι αν έχεις ένα κυλικείο στο πανεπιστήμιο, έναν υπάλληλο που πουλάει φούντα μαζί με τις ζαμπονοτυρόπιτες, έναν παλιό συμμαθητή ο οποίος είναι χωμένος σε ΜΚΟ και προγράμματα, μια δημοσιογράφα ενός τοπικού καναλιού που ψάχνει το λαβράκι και μια μυστική ομάδα που αναλαμβάνει να σε προστατεύσει από ό, τι κακό μπορεί να σου συμβεί, τότε, σίγουρα, δεν ξέρεις από πού θα σου 'ρθει. Μια ξεκαρδιστική νουβέλα από τον Γιώργο Τσαντίκο, σε απευθείας εγκεφαλική σύνδεση με τον Λένο Χρηστίδη και τον Γιάννη Πλιώτα, που δεν πρόκειται να αφήσεις από τα χέρια σου αν δεν φτάσεις στην τελευταία σελίδα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)"

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

17 Αυγούστου 1944. Κοκκινιά. Άνθρωποι και ανθρωπάκια της ιστορίας. Η ιστορία της κυρά Λένης που δεν θα πεθάνει ποτέ

Στις 17 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 74 χρόνια από το μπλόκο της Κοκκινιάς. Σε κάθε αναφορά στο γεγονός αυτό, υπάρχει μια γυναίκα, μια μάνα που μου έρχεται πάντα στο νου. Είναι η ιστορία της κυρά Λένης που διάβασα για πρώτη φορά πριν από μερικά χρόνια και από τότε δεν φεύγει από το σκηνικό του μπλόκου και της σύμπραξης των δυνάμεων κατοχής με μαι χούφτα μικρών ανθρώπων (δοσίλογων, ταγματασφαλιτών κλπ υβριδίων) που δυστυχώς (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές) όχι μόνο δεν πλήρωσαν (με οιαδήποτε μορφή) για τα όσα έκαναν αλλά τουναντίον αναρριχήθηκαν σε αξιώματα και θέσεις εξουσίας. Ανθρωπάκια που τότε φορώντας κουκούλες , φουστανέλα ή και πηλήκια έδειχναν με το χέρι όσους (δεν) γούσταραν και τους οδηγούσαν στον θάνατο. Ανθρωπάκια που στην συνέχεια κρυπτόμενα πίσω από την ασφάλεια των θέσεων με τις οποίες εξαργύρωσαν υπηρεσίες και σιωπές, και από συνήθεια συνέχισαν να κουνούν το δάχτυλο σε όλους όσοι δεν ήταν του γούστου τους. Ονόματα γνωστά (Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης, Μητρόπουλος, Γκίνος, τα αδέρφια Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης, ο Θόδωρος Σαραντάρης, ο λοχαγός Παπαγεωργίου, ο διερμηνέας Ανθόπουλος και φυσικά ο περιβόητος αστυνομικός διευθυντής Νίκος Μπουραντάς και ο ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας, συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος. 

Στην αντίπερα όχθη οι μικρασιές στην πλειοψηφία τους κάτοικοι της "μικρής Μόσχας". Και μέσα σε όλους η κυρά Λένη την ιστόρία της οποίας μεταφέρω όπως και την διάβασα(ζω) μια βραδιά πριν από αρκετά χρόνια στο δίκτυο.

------------------------------------------------------------
Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Η δύστυχη γειτόνισσα της από την Κοκκινιά, έπαιρνε στα μάτια μας μυθικές διαστάσεις, κάτι σαν πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας. Μας είχε επηρεάσει τόσο πολύ, ώστε όταν γύρω στα δέκα μου, μας κατέβασε ο πατέρας μας στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσουμε μια παράσταση της “Εκάβης” ο μικρός, έξι χρονών μωρό, ακούγοντας τους θρήνους του χορού με κορυφαία την Τρωάδα Βασίλισσα, χώθηκε ε στην αγκαλιά της μάνας μας κλαίγοντας. “Μαμά η κυρά Λένη” Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου:

Εμείς παιδάκια μου έναν εχθρό γνωρίζαμε τον Τούρκο που μας κράτησε σκλαβωμένους εξακόσια χρόνια. Κι όχι τον Τούρκο τον φτωχό, τον μεροκαματιάρη σαν κι εμάς, αλλά εκείνους που διαφέντευαν κι εμάς κι αυτόν. Τον Ευρωπαίο πάντα τον βλέπαμε με δέος ίσως και κάποια ζήλια. Βλέπεις αυτοί, πατήσανε πάνω στους αρχαίους μας και φτάσανε ψηλά, εμείς μια ζωή αδελφοφάγωμα, προδοσίες και μιζέρια. Ο πολιτισμένος όμως εχθρός είναι δυο φορές επικίνδυνος, η δύναμη τον τυφλώνει και βγαίνει κάτω από το λούστρο της γνώσης η χειρότερη βαρβαρότητα. Στην κατοχή είδα με τα μάτια μου απανθρωπιά που δεν χωρά ο νους του ανθρώπου. Να ξεψυχά παιδάκι στο κατώφλι του σπιτιού του, με την πρησμένη από την αβιταμίνωση κοιλίτσα του τύμπανο, ψελλίζοντας “ψωμί” και να περνάει ο Γερμανός να το αποτελειώνει, έτσι για πλάκα, με μια κλωτσιά στο κεφάλι. Και να φανταστείς, κρατούσα στο χέρι μου το μισό καρβέλι του δελτίου κι ετοιμαζόμουν να του απιθώσω μια μπουκιά στα πανιασμένα χειλάκια, να μην φύγει το κακόμοιρο νηστικό και παραπονεμένο. 

“Γιαγιά, εμείς την κυρά Λένη θέλουμε.”

Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους.

Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε”.

Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του.

Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους.Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. 

“Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;”

Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους” 

Πηγη: fb Niki Vikou
---------------------------------------------------