Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Το ΣΙνε Γιουσουρούμ παρουσιάζει: The Art of Amalia

Στις 6 Οκτωβρίου του 1999, σταμάτησε να χτυπά η καρδιά του fado. Σαν σήμερα σταμάτησε να ακούγεται η φωνή της Βασίλισας του fado Αμαλία Ροντρίγκεζ. Η τραγουδίστρια που ταξίδευσε, με την υπέροχα νοσταλγική και μελαγχολική φωνή της, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη την μαγεία του fado. 

Fado στα  Πορτογαλικά σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο. Η ιστορία του μουσικού αυτού είδους αρχίζει τη δεκαετία του 1820 στην Πορτογαλία ενώ οι ρίζες του χάνονται στον χρόνο. Μουσική γεμάτη μελαγχολία και νοσταλγία ντυμένη με στίχους που συχνά μιλούν για τη θάλασσα ή για τη ζωή των φτωχών. Μουσική και στίχοι γεννημένοι (ή τουλάχιστον επηρεασμένοι) από το ανακάτεμα της μουσικής των σκλάβων της Αφρικής, της Πορτογαλικής παράδοσης και των Αραβικών επιρροών.  

Η εννοιολογική και παράλληλα συναισθηματική μήτρα της μουσικής fado (που σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο) είναι αναμφίβολα η Πορτογαλική λέξη saudade. Mια από εκείνες τις λέξεις (σε αρκετές γλώσσες του κόσμου) που δύσκολα μεταφράζονται σε άλλη (πλην της μητρικής) γλώσσες. Το saudade αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερο μείγμα συναισθημάτων προσμονή, νοσταλγία, λύπη, πόνος, ευτυχίας και αγάπη. 

Αυτή τη μουσική επέλεξε να υπηρετήσει από πολύ νωρίς η Αμαλία Ροντρίγκεζ. Από το 1939 και για τις επόμενες έξι δεκαετίες έπαιξε σε δεκάδες ταινίες, ηχογράφησες; δεκάδες δίσκους και εμφανίστηκε σε μεγαλύτερα θέατρα της υφηλίου. Η παράδοσή της πλέον συνεχιζεται από καλυτέχνες όπως οι Madradeus, η Mariza, η Cristina Branko κ.α

To ντοκιμαντέρ του Bruno de Almeida The Art of Amalia αφηγείται και παρακολουθεί την προσωπική αλλά κυρίως την μουσική ζωή της μεγάλης Πορτογαλίδας τραγουδίστριας βασιζόμενη στην 5ώρη τηλεοπτική σειρά και αποτελεί την τέταρτη κατά σειρά κινηματογραφική απόπειρα του σκηνοθέτη να εξυμνήσει την μεγάλη τραγουδίστρια. 

Στην ταινία εκτός από αποσπάσματα ζωντανών εμφανίσεων (μεταξύ των οποίων και μια σπάνια εμφάνιση στη Αμερικάνικη τηλεόραση το 1953), παρουσιάζεται και η τελευταία συνέντευξη της Amalia η οποία πέθανε μια εβδομάδα πριν την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ.

Ημερομηνία κυκλοφορίας: 8 Δεκεμβρίου 2000 (ΗΠΑ) 
Σκηνοθέτης: Bruno de Almeida 
Παραγωγός: Manuel Falcão 
Σενάριο: Bruno de Almeida, Artur Ribeiro, Φρανκ Κοέλο, Vítor Pavão dos Santos

Δείτε ολόκληρο το ντοκιμαντέρ και αφήστε την Αmalia να περιγράψει αυτό το περίεργο και πολύπλοκο συναίσθημα.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Τα Χρονικά της Ελληνικής Ποπ και Ροκ: COSMIC TEDS

Oi COSMIC TEDS δημιουργήθηκαν στην Αθήνα το 1990 και μέλη τους υπήρξαν: Βαγγέλης 'Shakes' Οικονομίδης (φωνή και κιθάρα), 'Αδωνις 'Gene Trash' Γουλιέλμος (κιθάρα), Γιάννης 'Johhny Ted' Γελαδάρης (μπάσο) και Δημήτρης 'Jimmy Bopper' Τάτσης (τύμπανα). Η πρώτη τους κυκλοφορία ήταν το 12'' με τίτλο Heartbeatin' Crisis to 1992 από την Music Box International ‎(M.B.I. 40476) σε δική του παραγωγή και που περιείχε 6 κομμάτια. Η μουσική τους ανήκει στο φάσμα της punk και του garage rock. 
Η δεύτερη και τελευταία τους δουλειά κυκλοφόρησε το 1993 και ήταν το 7΄΄ με τίτλο I'll Be Down There / Truth Is Out Label από την Studio II Records ‎(ST II 06).  Οι COSMIC TEDS έδωσαν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις και το 1995 διαλύονται λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων των μελών τους. 

Μέχρι στιγμής δεν έχει ακουστεί ποτέ κάτι για πιθανή επανένωσή του ή για την έκδοση κάποιου ακυκλοφόρητου υλικού τους. Κομμάτια τους έχουν φιλοξενηθεί σε αρκετές συλλογές όπως  το Screaming A Love Song στην Various - Toxic Babies In A Rock'n'Roll Land (1994, Sub Studio Records SSR 001), το I'll Be Down There στην συλλογή Various - Local Heroes '95 ‎του ποπ και ροκ (1995) και το Tell You No Lies στην The Thing From Another World: Supernerdmobile! ‎(1997,THR 006) του The Thing. 


HINTS AND TIPS
Μετά τη διάλυσή των COSMIC TEDS, ο Βαγγέλης Οικονομίδης θα περάσει από τους Hotshits και τους Teenheat, ο 'Γουλιέλμος από τους Rockin' Bones και τους Dr. Atomic ενώ ο και ο Γιάννης Γελαδάρης από τους Invisible Surfers και τους Mighty Shakers. Με το συγκρότημα έχει συνεργαστεί και ο Θάνος Αμοργινός (Last Drive).



Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Η νουβέλα του Γιώργου Τσαντίκου : Άλλη μια σοβιετική στάση λεωφορείου

Από τις εκδόσεις "Χαραμάδα" έρχεται μια ξεκαρδιστική νουβέλα που εκτυλίσσεται στα Γιάννενα σε με μια νέο-νουάρ ατμόσφαιρα. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις το σκηνικό και την ιστορία που στήνει ο Τσαντίκος,  (Μας) μιλάει για τον ιδεολογικό χάρτη της Ελλάδας όπως και χτίστηκε από την μεταπολίτευση έως τώρα και όλοι μας (λίγο ή πολύ) σιχτηρίζουμε αλλά δεν κάνουμε και πολλά να αλλάξει. Ευρωπαϊκά προγράμματα, πρόσφυγες άνευ διαβατηρίων, αστυνομικοί εκτός ελέγχου και νόμου κλπ. Η "Άλλη μια σοβιετική στάση λεωφορείου" διαβάζεται μονορούφι και εάν συνοδεύεται από καλή μουσική τόσο το καλύτερο.

"..Όταν περιμένεις κάτι συνήθως δεν έρχεται. Αλλά γενικώς δεν ξέρεις από πού θα σου 'ρθει. Κι αν έχεις ένα κυλικείο στο πανεπιστήμιο, έναν υπάλληλο που πουλάει φούντα μαζί με τις ζαμπονοτυρόπιτες, έναν παλιό συμμαθητή ο οποίος είναι χωμένος σε ΜΚΟ και προγράμματα, μια δημοσιογράφα ενός τοπικού καναλιού που ψάχνει το λαβράκι και μια μυστική ομάδα που αναλαμβάνει να σε προστατεύσει από ό, τι κακό μπορεί να σου συμβεί, τότε, σίγουρα, δεν ξέρεις από πού θα σου 'ρθει. Μια ξεκαρδιστική νουβέλα από τον Γιώργο Τσαντίκο, σε απευθείας εγκεφαλική σύνδεση με τον Λένο Χρηστίδη και τον Γιάννη Πλιώτα, που δεν πρόκειται να αφήσεις από τα χέρια σου αν δεν φτάσεις στην τελευταία σελίδα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)"

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

17 Αυγούστου 1944. Κοκκινιά. Άνθρωποι και ανθρωπάκια της ιστορίας. Η ιστορία της κυρά Λένης που δεν θα πεθάνει ποτέ

Στις 17 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 74 χρόνια από το μπλόκο της Κοκκινιάς. Σε κάθε αναφορά στο γεγονός αυτό, υπάρχει μια γυναίκα, μια μάνα που μου έρχεται πάντα στο νου. Είναι η ιστορία της κυρά Λένης που διάβασα για πρώτη φορά πριν από μερικά χρόνια και από τότε δεν φεύγει από το σκηνικό του μπλόκου και της σύμπραξης των δυνάμεων κατοχής με μαι χούφτα μικρών ανθρώπων (δοσίλογων, ταγματασφαλιτών κλπ υβριδίων) που δυστυχώς (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές) όχι μόνο δεν πλήρωσαν (με οιαδήποτε μορφή) για τα όσα έκαναν αλλά τουναντίον αναρριχήθηκαν σε αξιώματα και θέσεις εξουσίας. Ανθρωπάκια που τότε φορώντας κουκούλες , φουστανέλα ή και πηλήκια έδειχναν με το χέρι όσους (δεν) γούσταραν και τους οδηγούσαν στον θάνατο. Ανθρωπάκια που στην συνέχεια κρυπτόμενα πίσω από την ασφάλεια των θέσεων με τις οποίες εξαργύρωσαν υπηρεσίες και σιωπές, και από συνήθεια συνέχισαν να κουνούν το δάχτυλο σε όλους όσοι δεν ήταν του γούστου τους. Ονόματα γνωστά (Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης, Μητρόπουλος, Γκίνος, τα αδέρφια Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης, ο Θόδωρος Σαραντάρης, ο λοχαγός Παπαγεωργίου, ο διερμηνέας Ανθόπουλος και φυσικά ο περιβόητος αστυνομικός διευθυντής Νίκος Μπουραντάς και ο ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας, συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος. 

Στην αντίπερα όχθη οι μικρασιές στην πλειοψηφία τους κάτοικοι της "μικρής Μόσχας". Και μέσα σε όλους η κυρά Λένη την ιστόρία της οποίας μεταφέρω όπως και την διάβασα(ζω) μια βραδιά πριν από αρκετά χρόνια στο δίκτυο.

------------------------------------------------------------
Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Η δύστυχη γειτόνισσα της από την Κοκκινιά, έπαιρνε στα μάτια μας μυθικές διαστάσεις, κάτι σαν πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας. Μας είχε επηρεάσει τόσο πολύ, ώστε όταν γύρω στα δέκα μου, μας κατέβασε ο πατέρας μας στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσουμε μια παράσταση της “Εκάβης” ο μικρός, έξι χρονών μωρό, ακούγοντας τους θρήνους του χορού με κορυφαία την Τρωάδα Βασίλισσα, χώθηκε ε στην αγκαλιά της μάνας μας κλαίγοντας. “Μαμά η κυρά Λένη” Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου:

Εμείς παιδάκια μου έναν εχθρό γνωρίζαμε τον Τούρκο που μας κράτησε σκλαβωμένους εξακόσια χρόνια. Κι όχι τον Τούρκο τον φτωχό, τον μεροκαματιάρη σαν κι εμάς, αλλά εκείνους που διαφέντευαν κι εμάς κι αυτόν. Τον Ευρωπαίο πάντα τον βλέπαμε με δέος ίσως και κάποια ζήλια. Βλέπεις αυτοί, πατήσανε πάνω στους αρχαίους μας και φτάσανε ψηλά, εμείς μια ζωή αδελφοφάγωμα, προδοσίες και μιζέρια. Ο πολιτισμένος όμως εχθρός είναι δυο φορές επικίνδυνος, η δύναμη τον τυφλώνει και βγαίνει κάτω από το λούστρο της γνώσης η χειρότερη βαρβαρότητα. Στην κατοχή είδα με τα μάτια μου απανθρωπιά που δεν χωρά ο νους του ανθρώπου. Να ξεψυχά παιδάκι στο κατώφλι του σπιτιού του, με την πρησμένη από την αβιταμίνωση κοιλίτσα του τύμπανο, ψελλίζοντας “ψωμί” και να περνάει ο Γερμανός να το αποτελειώνει, έτσι για πλάκα, με μια κλωτσιά στο κεφάλι. Και να φανταστείς, κρατούσα στο χέρι μου το μισό καρβέλι του δελτίου κι ετοιμαζόμουν να του απιθώσω μια μπουκιά στα πανιασμένα χειλάκια, να μην φύγει το κακόμοιρο νηστικό και παραπονεμένο. 

“Γιαγιά, εμείς την κυρά Λένη θέλουμε.”

Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους.

Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε”.

Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του.

Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους.Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. 

“Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;”

Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους” 

Πηγη: fb Niki Vikou
---------------------------------------------------

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Νίκος Καζαντζάκης : «Τα προβλήματα του νεοελληνικού πολιτισμού»

Πρώτα πρώτα, του αποκρίθηκα, πρέπει να πάρουμε σωστή κι αξιοπρεπή στάση απέναντι στους αρχαίους. Οι αρχαίοι δεν είναι πια δικοί μας μονάχα ¨πρόγονοι¨, είναι όλης της άσπρης φυλής. Δεν πρέπει να γινόμαστε γελοίοι μπροστά τους σα να είμαστε ραγιάδες. Οι πρόγονοι ξέφυγαν πια από την κατοχή μιας ορισμένης γης και ράτσας, τώρα κι αιώνες πήδηξαν από την Ελλάδα στη Δύση, έσμιξαν με καινούριες ράτσες, δημιούργησαν νέο πολιτισμό, αγάπησαν κι αγαπούν όσους τους νιώθουν. Μονάχα γι’ αυτούς είναι βαθιά, πραγματικά πρόγονοι. Μπορούσα μάλιστα να υποστηρίξω και τούτο: Κανένας δεν εννοεί λιγότερο τους προγόνους από τους επίγονους. Μα αυτό θα μας πάει μακριά και δεν έχουμε καιρό. 

Ο Δυτικός πολιτισμός πάλι είναι καταπληχτική κατάχτηση του νεότερου ανθρώπου. Είναι σύγχρονός μας, θέμε δε θέμε μας πήραν οι ρόδες του, ταυτίσαμε την τύχη μας με τη δική του. Τρώμε, ντυνόμαστε, κατοικούμε, ενεργούμε, στοχαζόμαστε κάτω από τη φοβερή του επίδραση. Δε γλιτώνουμε. Κανένα έθνος πια δε γλιτώνει. Κι όποιο αποπειραθεί να γλιτώσει, είναι χαμένο, θα το φαν όλα τ’ άλλα έθνη. Ζούμε το βιομηχανικό πολιτισμό της εποχής μας, που καμιά σχέση δεν έχει μήτε με την κλασική εποχή της ομορφιάς μήτε με την ανατολίτικη μεταφυσική επιδημία. 

Για ένα Δυτικό έθνος το πρόβλημα του πολιτισμού δεν είναι τόσο δύσκολο και πολύπλοκο όσο για μας. Προσαρμοσμένοι φυσικά στον ντόπιο τους Δυτικό πολιτισμό, μάχουται μονάχα να τον προχωρήσουν και να του δώσουν, όσο μπορούν, δικές του εθνικές απόχρωσες. Μα εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Προνομιούχα, λεν, είναι η θέση της Ελλάδας, και συνάμα επικίντυνο πολύ γεωγραφικό και ψυχικό σημείο του κόσμου. Μέσα μας υπάρχουν βαθιές δύναμες εχθρικές στο ρυθμό της Δύσης. Έχουμε, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να συμφιλιώσουμε μέσα μας τρομερούς δαιμόνους. Ποιο είναι λοιπόν το χρέος μας; 

Εγώ έτσι μονάχα μπορώ χοντρικά να το διατυπώσω: Η Ανατολή με τις μεγάλες πολλές λαχτάρες της, με την άμεσή της επαφή με τη μυστηριώδη ουσία του κόσμου, θ’ αποτελεί πάντα για τον Έλληνα, το ζεστό, σκοτεινό, πλούσιο Υποσυνείδητο. Αποστολή του είναι πάντα ο ελληνικός νους να το φωτίσει, να το οργανώσει και να το κάμει συνειδητό. Όταν το κατόρθωσε, δημιούργησε αυτό που λέμε ελληνικό θάμα. Η Ανατολή είναι το άμορφο, ο ελληνικός νους ήταν πάντα η δύναμη που ένα αγαπούσε κι επιδίωκε απάνω απ’ όλα, τη μορφή. Να δώσουμε μορφή στον άμορφο, να κάνουμε λόγο την ανατολίτικη κραυγή, αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση, είναι μέσα μας βαθιά κι οι δυο αντίδρομες δυνάμεις και δεν ξεκολνούν. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι.

Το κείμενο είναι το τελευταίο άρθρο της σειράς «Ένα ταξίδι εις την Πελοπόννησον» με τίτλο «Τα προβλήματα του νεοελληνικού πολιτισμού», στην Καθημερινή (Τετάρτης 15 Δεκεμβρίου 1937).

Επίσης αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου "Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, Μοριάς"

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

........................

Χαίρομαι τα μάλα καθώς τις τελευταίες ημέρες αποκαλύφθηκε ότι η χώρα διαθέτει πληθώρα ειδικών στην αντιμετώπιση έκτακτων και κρίσιμων καταστάσεων (πυρκαγιών, σεισμών, καταποντισμών κλπ), στον σύγχρονο πολεοδομικό σχεδιασμό, στην περιβαλλοντική πολιτική, στον σχεδιασμό υπηρεσιών πολιτικής προστασίας, στην ανάλυση ψηφιακών δορυφορικών δεδομένων κλπ. Ε. 

Ας μαζευτείτε όλοι εσείς ένα ΣΚ στην Μύκονο (που δεν έχει και δάση) και να σχεδιάσετε από κοινού την Ελλάδα του 2200. Και μην ανησυχείτε . Κανάλια, εφημερίδες και ειδικοί δημοσιογράφοι επίσης υπάρχουν μιλιούνια για να καλύψουν το γεγονός.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Ακούστε και κατεβάστε δωρεάν ολόκληρο: Κτίρια τη νύχτα - Ένοικοι

Ηχητικό κολάζ από μουσικές φράσεις που παραχώρησαν, με αφορμή το συγκεκριμένο άλμπουμ, οι The Boy, Άγγελος κυρίου, Another dyke, Δεσποινίς Τρίχρωμη και Λόλεκ, χωρίς να έχουν ακούσει ο ένας του άλλου. 

Φωνή, όργανα: Κτίρια τη νύχτα εκτός από:
Πιάνο: The Boy (στα 2, 10)
Beat, Bass Synth: Άγγελος κυρίου (στα 2, 4, 10)
Ηλεκτρική κιθάρα: Another dyke (στα 4, 6, 10)
Φωνή: Δεσποινίς Τρίχρωμη (στα 6, 8, 10)
Ηλεκτρική κιθάρα: Λόλεκ (στα 8, 10)

Ηχογράφηση, μίξη, mastering: Κτίρια τη νύχτα στο Tenant Studio (Μάιος 2018).

Download https://buildingsatnight.bandcamp.com/album/--7