«Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν»
«Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»
«Έπειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες…αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Όχι. Ποτέ δε με βρήκαν.»
“Δε ζει μόνο με ψωμί ο άνθρωπος. Αν ήμουν πεινασμένος και αβοήθητος στο δρόμο, δε θα ζητούσα ένα ψωμί. Θα ζητούσα μισό ψωμί και ένα βιβλίο.”
Oι Ι want the Moon ιδρύθηκαν στην Αθήνα το 2011 και έκτοτε τα μουσικά τους όργανα πάλλονται σε ρυθμούς hardcore και Punk.
H σύνθεσή τους είναι :Alex (ex "Αρνητική Στάση", "ThisGhost") φωνητικά, T1 (ex "ThisGhost") κιθάρα, Mel (ex "Χειμερία Νάρκη", "Straighthate") μπάσο και Bill drums.
Μέχρι σήμερα οι κυκλοφορίες τους είναι self-reasled. Συγκεκριμένα το 2011 κυκλοφόρησε το demo "Demon 2011" με έξι ζωντανές ηχογραφήσεις δικών τους κομματιών και το 2013 κυκλοφόρησε ένα 10'΄ LP που περιέχει τέσσερα κομμάτια οι ηχογραφήσεις των οποίων έγιναν στο Deva Soundz Studios.
Οι I want the Moon έχουν εμφανιστεί ζωντανά σε διάφορα αυτοοργανωμένα στέκια και καταλήψεις τόσο εντός όσο και εκτός Αθηνών.
Ένας εργαζόμενος πατέρας, μια εργαζόμενη μητέρα, δυο παιδιά που αναγκάζονται να δουλεύουν για να βγάλουν τα προς το ζην, εγκαταλείπουν τον τόπο τους που έχει γίνει επικίνδυνος, τη ζωή τους που έχει γίνει αβίωτη, τις οικογένειές τους που δεν μπορούν να ακολουθήσουν, για να αρχίσουν μια ζωή που θα τους επιτρέπει να σκέφτονται όχι πια με τη μέρα και τον μήνα, αλλά να σχεδιάσουν το μέλλον τους εν ειρήνη, να δουλέψουν, να σπουδάσουν, να ζήσουν ανάμεσά μας με ίσα δικαιώματα στη συμμετοχή, στη δημοκρατία, στην κοινωνία, στον πολιτισμό. Οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικές αφηγήσεις προσφύγων που συναντήσαμε στην Αθήνα και στο Βερολίνο. Ιστορίες τυχαίες, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Διαλέξαμε να τις μετατρέψουμε σε κόμικς για να ξεγελάσουμε τη δραματικότητα χωρίς να χάσουμε τη λεπτομέρεια της αφήγησης. Τα βασικά πρόσωπα των ιστοριών μας είναι άνθρωποι που θα μπορούσαν ίσως να είναι μέλη της οικογένειάς μας, φίλοι μας, γείτονες. Είναι όμως σίγουρα άνθρωποι που στο κοντινό μέλλον θα γίνουν οι συνάνθρωποί μας στις κοινωνίες μας, στους τόπους μας. Ας τους υποδεχτούμε.
Μέσα σε δύο χρόνια από την έκδοσή του, το κόμικ έχει ήδη μεταφραστεί σε 5 γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, αραβικά. Το κόμικ, όπως και όλες οι εκδόσεις του Ιδρύματος, διατίθεται δωρεάν. Για αντίτυπα, ελάτε σε επαφή με το Παράρτημα Ελλάδας.
Συνηθίζουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε τη μουσική σαν μια μορφή ψυχαγωγίας ― σαν μια πολυτέλεια, τελικά σαν κάτι το περιττό. Και πράγματι η μουσική που συνήθως ακούμε αυτόν το σκοπό έχει: να διασκεδάσει. Ποια ήταν όμως η πρωταρχική λειτουργία της μουσικής; Για ποιο λόγο άρχισαν κάποτε οι άνθρωποι να τραγουδούν και να χορεύουν;
Ο Κρίστοφερ Κινγκ, βραβευμένος μουσικός παραγωγός και μανιώδης συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου, υποστηρίζει ότι η μουσική στην πρωταρχική της μορφή είναι ένα γιατρικό για τις πληγές της ψυχής ― κάτι εξίσου απαραίτητο με τον αέρα και την τροφή.
Σταδιακά η μουσική έπαψε να έχει αυτή τη λειτουργία. Τα εύθραυστα πολιτισμικά οικοσυστήματα μες στα οποία η μουσική επιτελούσε το ιαματικό της έργο καταστράφηκαν.
Μ’ εξαίρεση μια απόμερη γωνιά της Ελλάδας, στις εσχατιές της Ευρώπης ― την Ήπειρο. Εδώ, σαν από θαύμα, κρατήθηκε ζωντανός ένας πανάρχαιος τρόπος ζωής που επέτρεψε στη μουσική να διατηρήσει το θεραπευτικό της ρόλο. Ο Κινγκ αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει σ’ αυτόν το σκληρό μα μαγικό τόπο, όπου η μουσική γίνεται ένα με την ποίηση, το χορό και τη γιορτή.
Ο Κινγκ γράφει για την ιστορία της Ηπείρου και το μεγαλείο του τοπίου, για τα πανηγύρια, τα τσίπουρα και τους Τσιγγάνους οργανοπαίχτες, για τα συλλογικά βιώματα και τις κοινές αναμνήσεις. Μας μιλά για τη μουσική σαν θρήνο, σαν νανούρισμα και σαν παρηγοριά. Μας μιλά γι’ ανθρώπους που ξέρουν να πενθήσουν και ξέρουν να γλεντήσουν.
Συνδυάζοντας το φιλοσοφικό στοχασμό με την ιστορική περιγραφή, τη μουσικολογική ανάλυση με την ανθρωπολογική ματιά, η παθιασμένη και παιγνιώδης αυτή αφήγηση παίρνει τελικά τη μορφή ενός ερωτικού γράμματος στη μουσική και τους ανθρώπους της Ηπείρου.
Εδώ πέσαμε . Παιδιά του λαού . Γνωρίζετε γιατί . Γυμνοί , κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες , -η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -. Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα . Είδατε τα πουλιά , που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες αγγίζοντας με τα φτερά τους ,τον ανατέλλοντα πυρφόρον . Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον . Εμείς , μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον θυμηθείτε το : αν η ελευθερία δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας , εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα . Γεια σας .
H X.A δεν αποτελεί πλέον ένα κρυμμένο μυστική της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Η Χ.Α ήταν, είναι και θα είναι ένα εργαλείο χειραγώγησης και ένα επικίνδυνο και απαράδεκτο σημείο μικρής σύνδεσης ενός τόπου και των ανθρώπων του με τον ναζισμό (από τον οποίο υπέφεραν πολύ), τον φασισμό και την πάντα εργαλειοποιημένη άκρα δεξιά. Σε όποιο πραγματικό σημείο του πολιτικού χάρτη και να ανήκει κανείς δεν είναι δυνατόν να μην στέκεται ενάντια στα όσα πρεσβεύει και υποστηρίζει η ΧΑ. Δεν είναι δυνατόν ως σκεπτόμενο και πολιτισμένο ων να μην δηλώνεις ξεκάθαρα την αντίθεσή σου με όλα αυτά και να μην δηλώνεις αντιφασίστας. Δεν μπορείς να συνομιλά κανείς μαζί τους ή ακόμη (πιο επικίνδυνο) να θεωρεί ότι υπάρχει και ένα "χρήσιμο" και "αναγκαίο" κομμάτι της ΧΑ.
Όμως η ΧΑ δεν είναι μόνο ο Κασιδιάρης και ο Μιχαλολιάκος. Εαν πιστεύετε ότι πίσω από κάθε "μεγάλο" άνδρα (αν και στην περίπτωση της ΧΑ μιλάμε απλά για μεγάλους μαΡ@Ρ# και όχι άνδρες) κρύβεται και μια ή περισσότερες γυναίκες, τότε το Golden Dawn Girls (Οι γυναίκες της Χρυσής Αυγής) είναι η καλύτερη περιγραφή και αποτύπωση του ρητού. Ένα ντοκιμαντέρ γυρισμένο όχι από Έλληνα αλλά από έναν Νορβηγό τον Håvard Bustnes.Ένα ντοκιμαντέρ με πρωταγωνίστριες τις ίδιες της γυναίκες της ΧΑ και τις απόψεις τους για την πολιτική και τον ρόλο τους εντός της ΧΑ.Απλά δείτε το.
Ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας: 19 Νοεμβρίου 2017
Σκηνοθέτης: Håvard Bustnes
Παραγωγός: Christian Falch
Σύνθεση μουσικής: Jonas Colstrup
«“Τι συνέβη στην Ελλάδα;” αναρωτιέται δυνατά ο σκηνοθέτης Håvard Bustnes στην αρχή αυτού του δύσκολου ντοκιμαντέρ. Τα τελευταία χρόνια, η εικόνα της ως μια χώρα με ηλιόλουστες παραλίες και φιλικούς ανθρώπους έχει επισκιαστεί από πολιτικές ιδεολογίες που βρίσκονται τρομακτικά κοντά στον Ναζισμό. Με πολλά από τα εξέχοντα μέλη του ακροδεξιού κόμματος της Χρυσής Αυγής να βρίσκονται τώρα στη φυλακή, μια κόρη, μια σύζυγος και μια μητέρα συνεχίζουν να διαδίδουν το μήνυμά της -και όλες τους είναι αρκετά σκληραγωγημένες για να αποφύγουν τυχόν παρεκκλίσεις κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων. Αλλά, ενώ σταματούν συχνά τη συνέντευξη για να βεβαιωθούν πως πήγε όπως θέλουν, ο Bustnes αφήνει την κάμερα να γράφει. Το υλικό που προέκυψε, συμπληρωμένο με αρχειακό υλικό που δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες σχετικά με την αλλοτριωμένη πλευρά του κόμματος, αποκαλύπτει ένα διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στα ξεκάθαρα γεγονότα και τη διαμόρφωση των εικόνων στην πολιτική. Παρότι που είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι αυτές οι γυναίκες είναι τόσο πιστές στις απόψεις τους, (το ντοκιμαντέρ) απεικονίζει το πώς η επιλογή του να φοράς παρωπίδες μπορεί να εκτροχιάσει μια ολόκληρη κοινωνία».
Το πολιτιστικό περιοδικό VELVET magazine ξεκίνησε να κυκλοφορεί σε μηνιαία βάση τον Απρίλιο του 2005, με πρωτοβουλία των εικαστικών/μουσικών Άρη και Λάκη Ιωνά, οι οποίοι, ως εκδότες του, έχουν τη συνολική επιμέλεια της ύλης. Με θέματα για τη μουσική, τη μόδα, τον κινηματογράφο, τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική, το βιβλίο, τα σπορ, τα νέα μέσα, τα κόμικς, αλλά και με αναφορές σε σχετικές δραστηριότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το VELVΕT magazine κατάφερε να καθιερωθεί ως ένα από το αντιπροσωπευτικότερα free press νεανικά περιοδικά. Σταθερός στόχος του VELVET magazine έχει υπάρξει η καταγραφή, ανάδειξη και προβολή νέων ανεξάρτητων καλλιτεχνών από ολόκληρο το φάσμα των τεχνών και της νεανικής κουλτούρας.
Τη δημιουργική και συντακτική ομάδα του VELVET magazine έχουν αποτελέσει συνεργάτες με βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε αντίστοιχους χώρους. Βασικό χαρακτηριστικό του VELVET magazine από το ξεκίνημά του ήταν η φρέσκια του ματιά σε επίπεδο θεματολογίας και σχεδιασμού. Στα 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, η εκδοτική, συντακτική και γραφιστική ομάδα του VELVET magazine κατάφερε να εξασφαλίσει μια μεγάλη και σταθερή ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό. Η τελευταία έως σήμερα έντυπη έκδοσή του ήταν τον Απρίλιο του 2010, όταν και το VELVET magazine συμπλήρωσε 50 τεύχη.