Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

«Κόκκινη Ρόζα»: Hη ζωή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σε graphic novel από την Κέιτ Έβανς

Σαν σήμερα το 1919 τα Φράικορπς δολοφονούν την Λούξεμπουργκ και τον Λίμπκνεχτ στο Βερολίνο. Η ιστορία λίγο πολύ γνωστή και χιλιοειπωμένη σε βιβλία, ταινίες, άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες καθώς και σε αναρίθμητες εργασίες σε συνέδρια, επιστημονικά περιοδικά αλλά και ομιλίες σε αμφιθέατρα σε όλο τον κόσμο. Εδώ είπαμε να παρουσιάσουμε κάτι λιγο διαφορετικό. 
 
Ένα υπέροχο και προσεγμένο graphic novel με την ζωή της μεγάλης επαναστάτριας, της κόκκινης Ρόζας, διά χειρός Kate Evans, της Βρετανίδας δημιουργού κόμικς, ζωγράφου και ακτιβίστριας (Bump: How to Make, Grow and Birth a Baby, Funny Weather: Everything You Didn’t Want to Know about Climate Change but Probably Should Find Out κ.ά.). Το "Κόκκινη Ρόζα" διηγείται την ζωή και την διαδρομή της Ρόζας Λούξεμπουργκ από την ημέρα της γέννησής της μέχρι την ημέρα της δολοφονίας. Έντονα σχέδια και κείμενο με αναφορές στα κείμενα και τις επιστολές της Ρόζας με πληθώρα παραπομπών στις κατατοπιστικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. 
 
Το κατάλληλο δώρο για όσους θέλουν να εισαχθούν στην ζωή και στην πολιτική σκέψη της Ρόζας  Λούξεμπουργκ. 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ISBN  978-960-16-7349-3 
Έτος κυκλοφορίας  2022 
Σελίδες  232 
Συγγραφέας  ΕΒΑΝΣ ΚΕΙΤ 
Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου
Εκδότης  ΠΑΤΑΚΗΣ
 


Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ : Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά (ολόκληρο το βιβλίο)

Mια έκδοση από το Παράρτημα του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ στην Ελλάδα. Αναμφίβολα μια επίκαιρη μελέτη από το μακρινό αλλά πάντα κοντινό 2014 και την περίοδο μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα από την Χ.Α.  
 
Πόσο έχει διεισδύσει η ακροδεξιά στην Αστυνομία, τη Δικαιοσύνη, τον Στρατό και την Εκκλησία? Τελικά η ακροδεξιά είναι παρακράτος ή είναι το βαθύ κράτος? Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στο 2021?
 
Την έρευνα, την οποία επιμελήθηκε ο καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Δημήτρης Χριστόπουλος, πραγματοποίησε μια διεπιστημονική ομάδα ελλήνων ερευνητών που απαρτίζεται από τους: 
Δημήτρη Κουσουρή, 
Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο,
Κλειώ Παπαπαντολέων, 
Αλέξανδρο Σακελλαρίου και τον ίδιο τον επιμελητή.
 
 
Από την σελίδα  του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ:
-----------------------
Ενώ η επιρροή της Άκρας Δεξιάς στο ελληνικό εκλογικό σώμα και την κοινή γνώμη έχει γίνει αντικείμενο αρκετών ερευνών, το κρίσιμο ζήτημα της διείσδυσής της στο κράτος παραμένει στο ημίφως. Η Άκρα Δεξιά πάντως –παρότι το αρνείται, στην προσπάθειά της να εμφανίζεται ως δύναμη αντισυστημική– αναζητά διαρκώς τα ερείσματα και τα αγκυροβόλια της στο κράτος.

Πόσο έχει προχωρήσει η παρείσφρηση της Άκρας Δεξιάς στην αστυνομία, τον στρατό, τη δικαιοσύνη και την Εκκλησία (αφού και η τελευταία αποτελεί κράτος); Πρόκειται για «μεμονωμένα περιστατικά», όπως επισήμως και το ίδιο το κράτος παραδέχεται, ή για συμπτώματα μιας πιο γενικευμένης ολίσθησης σε μη δημοκρατικές πρακτικές και αυταρχικές ιδεολογίες; Η έρευνα αυτή τεκμηριώνει το υπαρκτό πολιτειακό πρόβλημα στη σημερινή Ελλάδα, το οποίο υπερβαίνει σαφώς τα «μεμονωμένα περιστατικά». Μέριμνά της είναι να μην το υποβαθμίσει ούτε όμως και να το διογκώσει, με δεδομένη και τη βαριά ιστορική παράδοση που κουβαλάει η χώρα.

Έρευνες για την ακροδεξιά πολιτική κουλτούρα στην ελληνική κοινωνία έχουν ήδη διεξαχθεί, αυτή είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής και τεκμηρίωσης της παρείσφρησης αυτής της κουλτούρας εντός των δομών του ελληνικού κράτους.
 
more @https://rosalux.gr/el/publication/vathy-kratos-sti-simerini-ellada-kai-i-akrodexia
 

Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

To Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ παρουσιάζει: Το πιο κρύο καλοκαίρι Τρεις πραγματικές ιστορίες προσφύγων (εικονογραφημένες)

Ένας εργαζόμενος πατέρας, μια εργαζόμενη μητέρα, δυο παιδιά που αναγκάζονται να δουλεύουν για να βγάλουν τα προς το ζην, εγκαταλείπουν τον τόπο τους που έχει γίνει επικίνδυνος, τη ζωή τους που έχει γίνει αβίωτη, τις οικογένειές τους που δεν μπορούν να ακολουθήσουν, για να αρχίσουν μια ζωή που θα τους επιτρέπει να σκέφτονται όχι πια με τη μέρα και τον μήνα, αλλά να σχεδιάσουν το μέλλον τους εν ειρήνη, να δουλέψουν, να σπουδάσουν, να ζήσουν ανάμεσά μας με ίσα δικαιώματα στη συμμετοχή, στη δημοκρατία, στην κοινωνία, στον πολιτισμό. Οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικές αφηγήσεις προσφύγων που συναντήσαμε στην Αθήνα και στο Βερολίνο. Ιστορίες τυχαίες, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Διαλέξαμε να τις μετατρέψουμε σε κόμικς για να ξεγελάσουμε τη δραματικότητα χωρίς να χάσουμε τη λεπτομέρεια της αφήγησης. Τα βασικά πρόσωπα των ιστοριών μας είναι άνθρωποι που θα μπορούσαν ίσως να είναι μέλη της οικογένειάς μας, φίλοι μας, γείτονες. Είναι όμως σίγουρα άνθρωποι που στο κοντινό μέλλον θα γίνουν οι συνάνθρωποί μας στις κοινωνίες μας, στους τόπους μας. Ας τους υποδεχτούμε.


Μέσα σε δύο χρόνια από την έκδοσή του, το κόμικ έχει ήδη μεταφραστεί σε 5 γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, αραβικά. Το κόμικ, όπως και όλες οι εκδόσεις του Ιδρύματος, διατίθεται δωρεάν. Για αντίτυπα, ελάτε σε επαφή με το Παράρτημα Ελλάδας.




Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Νίκος Καζαντζάκης - Μια κραυγή για την Ρόζα Λούξεμπουργκ

«Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα «Γράμματα» της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.

Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι• απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς• ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα• οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.

Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν' ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.

Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ' έξι κοπέλες. Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.

-Πώς πάχυνες! του είπα  
- Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.  

Και σε λίγο πρόσθεσε:  
-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.  

Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.  

-Κάναμε ό, τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.

Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.  

Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου• ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.  Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. 

Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».

Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!  

Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.  

Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.  

Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.  

Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια:

«Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ' ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως με όλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή...».

Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.  

Και παρακάτω γράφει:  «Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου• το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»

«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.  

Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο. »

Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».

Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:  

«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία• έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.»

Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου• ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»  

Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.

Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.  

«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό, τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»  

Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:  

«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομονή όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα 'κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ' επιβλέπουν την 'ωρα που μιλώ και να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ' ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».  

Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!

Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή:  - Βοήθεια!  

Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.  Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική• θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.  

Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να 'ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.  

Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.  

Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. 

Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν' ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ' ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ' ακούσουν• κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:  -Βοήθεια!»  

Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι.  Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι!  Κι ύστερα σιωπή• ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.  

Ανήλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης• αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας.  

Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.  

«Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!»