Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο του Pouqueville: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως

Ο Φ. Πουκεβίλ (1770-1838) ήταν Γάλλος διπλωμάτης, γιατρός, ιστορικός, συγγραφέας, περιηγητής και εξέχων φιλέλληνας. Ο Πουκεβίλ άφησε ένα σπουδαίο και σημαντικό έργο. Ωθούμενος από τη μεγάλη του αγάπη για την Ελλάδα και τους Έλληνες κατέγραψε τις εμπειρίες, εντυπώσεις και παρατηρήσεις του από την παραμονή του στην προεπαναστατική Ελλάδα σε μια σειρά έργων αφιερωμένων σ' αυτή. Στα βιβλία του περιγράφει ιστορικά στοιχεία, ήθη και έθιμα των Ελλήνων, τις συνθήκες ζωής τους και την καταπίεση και τα δεινά που υφίστανται από τους Τούρκους. 
Τα έργα αυτά εκδόθηκαν στην Ευρώπη, γνώρισαν μεγάλη κυκλοφορία και επηρέασαν καθοριστικά το φιλελληνικό ευρωπαϊκό κίνημα. Ένα τυχαίο περιστατικό έμελλε να συνδέσει καθοριστικά τον Πουκεβίλ με την Ελλάδα. Έχοντας συμμετάσχει στην επιστημονική αποστολή που ακολούθησε τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία του στην Αίγυπτο, κατά την επιστροφή του στη Γαλλία με ένα ιταλικό πολεμικό το 1798, αιχμαλωτίζεται μαζί με τους άλλους συνταξιδιώτες του από ένα Αλγερινό πειρατή. Αυτός αντί να τους οδηγήσει σε σκλαβοπάζαρο, τους αποβιβάζει στο Ναυαρίνο. Από εκεί οδηγούνται σιδηροδέσμιοι στην Τρίπολη σαν αιχμάλωτοι πολέμου και με διαταγή του Μουσταφά Πασά φυλακίζονται. Ο Πουκεβίλ κρατήθηκε εκεί επτά μήνες και μετά μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, όπου κλείστηκε στις φυλακές του Επταπυργίου. Αποφυλακίστηκε το 1801. Στο διάστημα αυτό έμαθε την νεοελληνική γλώσσα και συνέγραψε το πεντάτομο έργο του «Ταξίδι στο Μοριά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλβανία και σε πολλά άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας» (Voyage en Moree, a Constantinople, en Albanie et dans plusiers autres parties de l’ empire ottoman), το οποίο εκδόθηκε το 1805 στο Παρίσι. Το έργο αυτό περιελάμβανε πλούσιες περιγραφές περιοχών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως και αναφορές σε πολιτικά θέματα. Το παραπάνω έργο γνώρισε μεγάλη απήχηση και έδωσε νέα ώθηση στο κίνημα του Φιλελληνισμού που αναπτυσσόταν τότε στην Ευρώπη.
Το 1805 ο Πουκεβίλ διορίστηκε από τον Ναπολέοντα επίσημος διπλωματικός εκπρόσωπος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Εκεί έμεινε έως το 1815, συνδέθηκε φιλικά με τον πασά της Ηπείρου και γνώρισε τα προβλήματα και τα δεινά των Ελλήνων από τους Τούρκους, όπως και τα πρώτα τους επαναστατικά σκιρτήματα. Ανέλαβε επίσης, με επίσημη εξουσιοδότηση, την μελέτη των ηθών και εθίμων των Ελλήνων και Τούρκων της βορειοδυτικής Ελλάδας και την συλλογή αρχαιολογικού υλικού. 
Δυο χρόνια μετά την αναχώρησή του από τα Ιωάννινα, διορίζεται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Το 1820 εκδίδει στο Παρίσι ένα νέο πεντάτομο έργο, το «Ταξίδι στην Ελλάδα» (Voyage dans la Grece), με πλούσιο υλικό: ιστορικά γεγονότα της εποχής, αρχαιολογικό υλικό, δημοτικά τραγούδια και περιγραφές τοπικών εθίμων, πληθυσμιακά και οικονομικά στοιχεία και αναφορές στην πανίδα της χώρας. Το έργο αυτό έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και τόνωσε τα φιλελληνικά αισθήματα των Ευρωπαίων προς την δοκιμαζόμενη χώρα. Ο Πουκεβίλ προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην Ελλάδα. Διακρίνεται για την αφιερωμένη ενασχόλησή του με την σύγχρονη πραγματικότητα μιας χώρας χειμαζόμενης και αγωνιζόμενης για την επιβίωσή της, την οποία συνδέει με το κλασσικό παρελθόν της.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Πραξικόπημα της μπυραρίας (beer hall putsch)

Ως «πραξικόπημα της μπυραρίας» ή αλλιώς «πραξικόπημα του Μονάχου» έμεινε στην ιστορία η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Χίτλερ το 1923 στο Μόναχο. Αν και απέτυχε παταγωδώς, το γεγονός αυτό τον έκανε γνωστό εντός και εκτός Γερμανίας.

Την εποχή εκείνη εκείνη, η Γερμανία είχε αποδεχτεί την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, και έπρεπε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Ο πληθωρισμός και η ανεργία ήταν στα ύψη. Τον Αύγουστο του 1923 την διακυβέρνηση ανέλαβε ο Καγκελάριος Γκούσταβ Στρέζεμαν, ο οποίος ένα μήνα αργότερα ανάγγειλε ότι θα προχωρούσε στην καταβολή των αποζημιώσεων. Αυτό μεγάλωσε ακόμα περισσότερο τη λαϊκή δυσαρέσκεια.  Στο μεταξύ, ο Χίτλερ ζούσε στη Βαυαρία, όπου υπήρχαν πολλές πολιτικές ομάδες που αντιτίθονταν στην δημοκρατική Κυβέρνηση του Βερολίνου. Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, του οποίου ήταν επικεφαλής, ήταν η μεγαλύτερη από αυτές τις ομάδες και μάλιστα το 1923 αριθμούσε περίπου 55.000 οπαδούς. Γενικά, ο Χίτλερ περιφερόταν από μπυραρία σε μπυραρία και τόνιζε την προδοσία των πολιτικών στην ήττα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 ανακοίνωσε μια σειρά διαδηλώσεων για τις επόμενες μέρες, στις οποίες θα έπαιρναν μέρος και άλλες ακροδεξιές οργανώσεις της Βαυαρίας. Το σχέδιο του ήταν η απαγωγή της Βαυαρικής Κυβέρνησης, την οποία θα υποχρέωνε να δεχτεί ως ηγέτη της τον ίδιο, ενώ στη συνέχεια εκείνος και οι συνεργάτες του θα βάδιζαν κατά του Βερολίνου. Ως πρότυπο είχε τη Μεγάλη Πορεία του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, ένα χρόνο νωρίτερα. Μάλιστα, θέλοντας να εξασφαλίσει την υποστήριξη του γερμανικού στρατού, πήρε με το μέρος του τον στρατιωτικό ηγέτη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Έριχ Λούντεντορφ.

Η μεγάλη ευκαιρία που περίμενε ο Χίτλερ του δόθηκε όταν έμαθε ότι σε μια μεγάλη μπιραρία του Μονάχου, την "Löwenbräukeller", θα γινόταν μια συγκέντρωση 3.000 επιχειρηματιών με οικοδεσπότη την ηγεσία της Βαυαρικής Κυβέρνησης, τα μέλη της οποίας σκόπευε να απαγάγει. Στις 8 Νοεμβρίου 1923 τα μέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης του Κόμματος SA, υπό την ηγεσία του Χέρμαν Γκέρινγκ περικύκλωσαν την μπιραρία. Στις 8:30 ο Χίτλερ, ακολουθούμενος από μια μικρή ομάδα ένοπλων SA εισέβαλε στην μπιραρία. Η εμφάνισή τους προκάλεσε, όπως αναμενόταν, πανικό ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Ο Χίτλερ πυροβόλησε μια φορά στον αέρα ουρλιάζοντας "Ησυχία!". Προχώρησε, ακολουθούμενος από τον Γκέρινγκ, στο βάθρο των ομιλητών, ενώ οι SA συνέχισαν να εισέρχονται στην μπιραρία κυκλώνοντας τους πανικόβλητους παρευρισκόμενους. Ο επικεφαλής της Κυβέρνησης Γκούσταφ φον Καρ (Gustav von Kahr), του οποίου την ομιλία διέκοψε ο Χίτλερ, παραχώρησε το βάθρο του ομιλητή στον Χίτλερ, ο οποίος άρχισε αμέσως να αγορεύει, λέγοντας ότι άρχισε η Εθνική Επανάσταση και κανείς δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείψει τον χώρο, απειλώντας με την χρήση ενός πολυβόλου, που είχε εγκαταστήσει πίσω από το βάθρο. Ανάγγειλε ότι τόσο η Βαυαρική όσο και η Κυβέρνηση του Ράιχ ανατράπηκαν και εγκαθιδρύθηκε προσωρινή επαναστατική Κυβέρνηση. 

Οι στρατώνες της Ράιχσβερ (γερμανικού στρατού) και της Αστυνομίας είχαν καταληφθεί, τα μέλη τους παρήλαυναν ήδη στην πόλη κάτω από την σβάστικα. Φυσικά, όλα αυτά ήταν μια τεράστια μπλόφα, αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζουν. Ο Χίτλερ κάλεσε τον φον Καρ και τους αδελφούς φον Λόσοβ, Ότο (Otto von Lossow), Αρχηγό του Βαυαρικού Στρατού, και Χανς (Hans von Lossow), Αρχηγό της Αστυνομίας της Βαυαρίας, σε ένα μικρό δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα και τους είπε ότι αυτός είναι ο νέος ηγέτης της Γερμανίας. Τους προσέφερε θέσεις στη νέα του Κυβέρνηση. Οι τρεις άνδρες, γνωρίζοντας ότι η από πλευράς τους αποδοχή των νέων "θέσεων" αποτελούσε πράξη έσχατης προδοσίας, αρνήθηκαν. Ο Χίτλερ εξεμάνη, έβγαλε πάλι το πιστόλι του και τους είπε: "Κύριοι, έχω τέσσερεις σφαίρες σε αυτό το όπλο: Μία για τον καθένα σας και μία για μένα!". Υπό την απειλή της δολοφονίας τους, οι τρεις συμφώνησαν.

Οι αρχές αρχές ενημερώθηκαν για την απόπειρα πραξικοπήματος και ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Βαυαρίας Φραντς Ματ, ο μοναδικός που δεν βρισκόταν στην μπυραρία, ανέλαβε την επιχείρηση καταστολής. Η αστυνομία και ο στρατός έμειναν πιστές στον Ματ, παρότι οι επικεφαλής τους είχαν ταχθεί υπέρ των πραξικοπηματιών. Οι πραξικοπηματίες προσπάθησαν να καταλάβουν κυβερνητικά κτίρια και να εξοπλιστούν. Η προσπάθεια όμως απέτυχε. Το σχέδιο του Χίτλερ να βαδίσει εναντίον του Βερολίνου δεν πραγματοποιήθηκε καθώς είχε παραβλέψει να καταλάβει τους ραδιοφωνικούς και τηλεγραφικούς σταθμούς, κι έτσι η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση πληροφορήθηκε τις εξελίξεις και έδωσε σχετικές διαταγές για την κατάπνιξη του πραξικοπήματος.

Την επομένη ο Χίτλερ και ο Λούντεντορφ, επικεφαλής 3.000 ενόπλων υποστηρικτών τους, παρέλασαν στους δρόμους του Μονάχου με στόχο να συνενωθούν με τις δυνάμεις του Ρεμ που κατείχαν το Υπουργείο Πολέμου. Στην πλατεία Οντεόν (Odeonsplatz), όμως, βρήκαν τον δρόμο κλεισμένο από αστυνομικές δυνάμεις, ο επικεφαλής των οποίων τους διέταξε να σταματήσουν και να παραδοθούν. Στην άρνηση των Ναζί να συμμορφωθούν, η Αστυνομία άνοιξε πυρ, αρχικά πυροβολώντας προειδοποιητικά μπροστά στα πόδια τους. Οι SA απάντησαν στους πυροβολισμούς και έγινε πραγματική μάχη, με 21 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκέρινγκ, ο οποίος τραυματίστηκε στη βουβωνική χώρα. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο, όπου του χορηγήθηκε μορφίνη για την ανακούφιση των ισχυρών πόνων. Αυτή ήταν η έναρξη της εξάρτησης του Γκέρινγκ από την μορφίνη, από την οποία απαλλάχτηκε μόνο λίγο πριν τον θάνατό του στο τέλος της Δίκης της Νυρεμβέργης, 23 χρόνια αργότερα.  Με την έναρξη του πυρός, ο Χίτλερ έπεσε στο έδαφος, καθώς ο διπλανός του, με τον οποίο είχαν διασταυρωμένους βραχίονες για το σχηματισμό ανθρώπινης αλυσίδας χτυπήθηκε από σφαίρα και κατέπεσε, παρασύροντάς τον. 

Η πτώση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την εξάρθρωση του ώμου του. Ο σωματοφύλακάς του, Ούλριχ Γκραφ (Ulrich Graf), έσπευσε να τον καλύψει με το σώμα του και δέχτηκε αρκετές σφαίρες. Αυτή του η ενέργεια έσωσε την ζωή του Χίτλερ. Ούλριχ Γκραφ. Φωτ. Ομοσπονδιακό Γερμανικό Αρχείο  Ο πόνος που ένιωσε από τον εξαρθρωμένο ώμο του, όμως, έκανε τον Χίτλερ να αποθαρρυνθεί και έτρεξε να διαφύγει προς ένα παρακείμενο αυτοκίνητο, στο οποίο υπήρχαν κομματικά στελέχη. Παρά το ότι υπερτερούσαν αριθμητικά, οι Ναζί ακολούθησαν το παράδειγμα του ηγέτη τους και τράπηκαν σε φυγή. Οι μόνοι που συνέχισαν να βαδίζουν προς τους αστυνομικούς ήταν ο Λούντεντορφ και ο υπασπιστής του. Την ενέργεια αυτή του Χίτλερ οι Ναζιστές ιστορικοί προσπάθησαν να την δικαιολογήσουν, λέγοντας ότι ο Χίτλερ αναγκάστηκε να φύγει γιατί έπρεπε να μεταφέρει ένα τραυματισμένο παιδί στο τοπικό νοσοκομείο.

Ο Χίτλερ συνελήφθη λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Νοεμβρίου, και παραπέμφθηκε μαζί με τους άλλους πραξικοπηματίες σε δίκη, κατηγορούμενος για έσχατη προδοσία. Για την κατηγορία αυτή το μέγιστο της προβλεπόμενης ποινής ήταν η θανατική, όμως καταδικάστηκε σε φυλάκιση μόλις 5 ετών. Τελικά εξέτισε μόνο οκτώ μήνες από την ποινή του και κατέβαλε πρόστιμο 500 μάρκων. Μάλιστα, εγκλείστηκε σε φυλακή, όπου τα κελιά ήταν σχετικά άνετα και οι συνθήκες κράτησης πολύ ήπιες. Τα παραπάνω του επέτρεψαν να υπαγορεύσει το βιβλίο του «Ο Αγών μου» (Mein Kampf) στον, επίσης καταδικασμένο πραξικοπηματία και γραμματέα του Ρούντολφ Ες. 

Πηγές: 

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

03 Δεκεμβρίου 1944: Μια ματωμένη Κυριακή και μια (ακόμη) μαύρη σελίδα στην ιστορία αυτού του τόπου

Σαν σήμερα πριν από 68 χρόνια γράφτηκε μια από τις μελανότερες σελίδες στην σύγχρονη ιστορία αυτού του τόπου. Ήταν Κυριακή 03 Δεκεμβρίου 1944 όταν ξεκίνησαν τα γεγονότα που οι ιστορικοί τους έδωσαν την ονομασία Δεκεμβριανά. Είναι η δική μας ματωμένη Κυριακή. Μια Κυριακή που ο λαός των Αθηνών κατέβηκε κατά χιλιάδες στο Σύνταγμα (άλλες πηγές μιλούν για 100000 και άλλες για 500000 λαού) για να πάρει μέρος στο συλλαλητήριο που οργάνωσε το ΕΑΜ και που τελικά αποφάσισαν και έβαψαν στο αίμα (21 νεκροί και 140 τραυματίες) οι κυβερνητικές και Αγγλικές δυνάμεις. Δεν είναι πλέον κρυφός ο ρόλος των Άγγλων σε αυτά τα γεγονότα, ούτε και φυσικά της αστυνομίας αρχηγός της οποίας ήταν ο Άγγελος Έβερτ που υπήρξε διοικητής της αστυνομίας πόλεων κατά την διάρκεια της κατοχής. Μερικές δεκαετίες αργότερα ο γιος του διετέλεσε τόσο βουλευτής, υπουργός, δήμαρχος Αθηνών αλλά και αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Ο λόγος φυσικά για τον Μιλτιάδη Έβερτ. 

Θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά και να να αγγίξουμε άλλα τόσο αλλά δεν νομίζουμε ότι υπάρχουν λόγια που μπορούν να περιγράψουν τόσο τα ίδια τα γεγονότα όσο και τις πραγματικές τους αιτίες. Κάποια στιγμή σίγουρα θα το κάνουμε αλλά όχι τώρα. Τώρα θα δώσουμε τον λόγο σε μερικούς αυτόπτες μάρτυρες και για να μην μας "κατηγορήσουν" μερικοί για μονόπλευρη ενημέρωση θα παραθέσουμε σχόλια και αποσπάσματα κειμένων ξένων ανταποκριτών αλλά και μια δήλωση του τότε αρχηγού της αστυνομίας .

Ας αρχίσουμε με τον Άγγλο αξιωματικό Μπίφορντ Τζόουνς, που περιέγραψε όσα είδε και άκουσε ως εξής:

«...παρατηρούσα τους διαδηλωτές να καταφθάνουν στην πλατειά κρατώντας τα πλακάτ τους και σημαίες αγγλικές, αμερικάνικες, ρώσικες και ελληνικές. Καθώς η πορεία σχηματίζεται τα μεγάφωνα συνεχώς μετάδιναν τα συνθήματα τους. «Κάτω ο Παπανδρέου» φώναζαν εν χορώ. «Κάτω η επέμβαση», «Να δικαστούν οι δοσίλογοι!»,,, Στάθηκα έξω από το καφενείο του Γιαννάκη, το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου που στεγάζει τη διοίκηση της αστυνομίας... Με κατάπληξη διαπίστωσα ότι οι αξιωματικοί κρατούσαν όλα, έτοιμοι να πυροβολήσουν... Η πορεία πλησίαζε: άντρες, γυναίκες και παιδιά, βάδιζαν σε γραμμές ανά οκτώ ως δέκα... Η διαδήλωση δεν έδειχνε τίποτε το απειλητικό... Την προσοχή μου τράβηξε πάλι στο μπαλκόνι μιά επιτακτική φωνή που έμοιαζε σα διαταγή πυροβολισμού...» «Αυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο απίστευτο που, προς στιγμή, νόμισα πως παρακολουθούσα κινηματογραφική ταινία... Οι αστυνομικοί άδειασαν τις σφαίρες των όπλων τους πάνω στους διαδηλωτές... Άνδρες, γυναίκες και παιδιά... έπεσαν στο έδαφος, αίμα ξεπηδούσε από τα κεφάλια τους και τα σώματά τους, βάφοντας το δρόμο και τις σημαίες που κρατούσαν... Οι πυροβολισμοί εξακολούθησαν να πέφτουν, αντηχώντας ανάμεσα στα ψηλά κτίρια, και μεταξύ των ομοβροντιών ακούγονταν ξεφωνητά τρόμου και κλάματα πόνου καθώς το πανικοβλημένο πλήθος έπεφτε πάνω στα ματωμένα κορμιά. Οι αστυνομικοί έμοιαζαν πια να φοβούνται να σταματήσουν τους πυροβολισμούς και το θέαμα πρόσβαλε το αίσθημα τις ευπρέπειας κάθε Άγγλου που έτυχε να το παρακολουθεί...
«Όσοι από τους θεατές βρισκόμαστε στη γραμμή του πυρός περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές. Δε νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. Η οργή του πλήθους ήταν τέτοια ώστε εάν ήσαν οπλισμένοι θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή»


Για να δούμε και πως έβλεπε τα γεγονότα ο αμερικανός δημοσιογράφος Λήλαν Στόου, σε ανταπόκρισή του, που μεταδόθηκε από το ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης:
«...Πριν εβδομάδες, ο αμερικανός ανταποκριτής Μ.Φ Φόντορ του «Ήλιου του Σικάγου», ο πιο πεπειραμένος από τους ανταποκριτές που βρίσκονταν στην Αθήνα, δυό φορές επιχείρησε να προειδοποιήσει την κοινή γνώμη. Οι δεξιοί, έλεγε, θα προκαλέσουν ένοπλη σύγκρουση που θα επιτρέψει στον Σκόμπυ να κηρύξει στρατιωτικό νόμο. Όμως και τις δυό φορές, οι Βρεταννοί λογοκριτές εμπόδισαν τον Φόντορ να στείλει τις ειδήσεις αυτές. Η σύγκρουση ήρθε πραγματικά και ήρθε από την αστυνομία της δεξιάς...»


Και ας τελειώσουμε (προς το παρόν) με όσα απεκάλυψε  ο Άγγελος Έβερτ μερικά χρόνια μετά, σε άρθρο του στην εφημερίδα Ακρόπολη: «... βάσει των υπεύθυνων διαταγών, τας οποίας είχα, διέταξα υπευθύνως την βίαιαν διάλυσιν ... των διαδηλωτών...» ("ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ" 12/12/1958).